Σκυθικός


Σκυθικός
3 скифский

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Σκυθικός" в других словарях:

  • Σκυθικός — with a ruddy complexion masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυθικός — with a ruddy complexion masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυθικός — ή, ό / σκυθικός, ή, όν, ΝΑ [Σκύθης / Σκυθία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Σκύθες ή στη Σκυθία («σκυθικός πολιτισμός») νεοελλ. φρ. α) «σκυθική τέχνη» αρχαιολ. τα αντικείμενα, κυρίως κοσμήματα και διακοσμητικά στοιχεία σκηνών, κάρων και… …   Dictionary of Greek

  • Σκυθικά — Σκυθικός with a ruddy complexion neut nom/voc/acc pl Σκυθικά̱ , Σκυθικός with a ruddy complexion fem nom/voc/acc dual Σκυθικά̱ , Σκυθικός with a ruddy complexion fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυθικά — Σκυθικός with a ruddy complexion neut nom/voc/acc pl σκυθικά̱ , Σκυθικός with a ruddy complexion fem nom/voc/acc dual σκυθικά̱ , Σκυθικός with a ruddy complexion fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σκυθικώτερον — Σκυθικός with a ruddy complexion adverbial comp Σκυθικός with a ruddy complexion masc acc comp sg Σκυθικός with a ruddy complexion neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυθικώτερον — Σκυθικός with a ruddy complexion adverbial comp Σκυθικός with a ruddy complexion masc acc comp sg Σκυθικός with a ruddy complexion neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σκυθικῶν — Σκυθικός with a ruddy complexion fem gen pl Σκυθικός with a ruddy complexion masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυθικῶν — Σκυθικός with a ruddy complexion fem gen pl Σκυθικός with a ruddy complexion masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σκυθικόν — Σκυθικός with a ruddy complexion masc acc sg Σκυθικός with a ruddy complexion neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυθικόν — Σκυθικός with a ruddy complexion masc acc sg Σκυθικός with a ruddy complexion neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)